Φωτό: pinterest
Ο Γιωργάκης ήταν σχεδόν έξι χρονών και είχε ήδη μάθει πως οι μεγάλοι, όταν μιλούν μεταξύ τους, δεν λένε πάντοτε αυτό που πραγματικά εννοούν.
Είχε μάθει ακόμη κάτι πιο σημαντικό: πως οι μεγάλοι μπορεί να λένε πως όλα είναι καλά, ενώ τίποτα δεν είναι καλά.
Το καταλάβαινε από τα μάτια τους.
Από τον τρόπο που έκλειναν μια πόρτα.
Από το πώς ακουμπούσαν ένα ποτήρι πάνω στο τραπέζι.
Από εκείνο το απότομο «άσε με τώρα» που δεν ήταν ποτέ απλώς ένα «άσε με ».
Ο Γιωργάκης ζούσε ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους που τον αγαπούσαν. Είχε τον παππού από την πλευρά του πατέρα του, τη γιαγιά από την πλευρά της μητέρας του, την αγαπημένη του θεία και, όταν οι γονείς του ταξίδευαν στο εξωτερικό, μια κυρία που τον φρόντιζε και προσπαθούσε να του προσφέρει τη δική της ηρεμία.
Ένα παιδί σαν μικρό μελισσάκι.
Πήγαινε από τον έναν στον άλλον, μάζευε εικόνες, λέξεις, χαμόγελα, μυρωδιές, ιστορίες.
Ό,τι καλό έβρισκε, το κρατούσε.
Δεν ήξερε ακόμη γιατί.
Ίσως γιατί κάποιος βαθύς, παιδικός μηχανισμός μέσα του τού έλεγε πως αυτά θα του χρειαστούν αργότερα.
Για μια δύσκολη μέρα.
Για μια μοναξιά.
Για μια στιγμή που θα είχε ανάγκη να θυμηθεί πως υπάρχει και η αγάπη.
Αλλά, μαζί με τα καλά, συνέλεγε και άλλα.
Άθελά του.
Την αγωνία.
Τη νευρικότητα.
Την απογοήτευση.
Τον θυμό.
Τη σιωπή που ερχόταν μετά από έναν καβγά.
Και, κυρίως, εκείνο το παράξενο συναίσθημα που έχουν τα παιδιά όταν καταλαβαίνουν πως κάτι δεν πάει καλά, αλλά κανείς δεν τους εξηγεί τι.
Ο Γιωργάκης δεν ανακατευόταν.
Καθόταν συνήθως λίγο πιο πέρα.
Έπαιζε με τα αυτοκινητάκια του, ζωγράφιζε, κοιτούσε ένα βιβλίο.
Έμοιαζε να μην ακούει.
Άκουγε όμως.
Τα παιδιά ακούνε ακόμη κι όταν κάνουν πως δεν ακούν.
Και πολλές φορές ακούνε περισσότερο απ' όσο αντέχουν.
Οι μεγάλοι έκαναν τους κύκλους τους.
Ο ένας έλεγε κάτι.
Ο άλλος απαντούσε.
Μετά ο πρώτος ύψωνε λίγο τη φωνή.
Ο δεύτερος την ύψωνε περισσότερο.
Έπειτα έρχονταν οι εξηγήσεις, οι δικαιολογίες, οι παλιές ιστορίες που έβγαιναν από τα συρτάρια και έμπαιναν ξανά στο τραπέζι.
Ο Γιωργάκης περίμενε.
Δεν ήθελε να τους ενοχλήσει.
Περίμενε όπως περιμένει κανείς να περάσει μια καταιγίδα κάτω από ένα υπόστεγο.
Και κάποτε περνούσε.
Τότε οι μεγάλοι θυμούνταν το παιδί.
«Γιωργάκη μου...»
«Συγγνώμη που μας άκουσες.»
«Δεν έπρεπε να μιλάμε έτσι μπροστά σου.»
«Δεν φταις εσύ, αγόρι μου.»
Και μετά ερχόταν η επιβράβευση.
Επειδή ο Γιωργάκης αγαπούσε το παγωτό.
«Θα σου πάρουμε παγωτό.»
«Τι γεύση θέλεις;»
«Ό,τι θέλει ο Γιωργάκης!»
Και εκείνος, για να τελειώνουν όλα γρήγορα, απαντούσε μονολεκτικά.
«Φράουλα.»
«Βανίλια.»
«Σοκολάτα.»
Και έτσι το θέμα έκλεινε.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν οι μεγάλοι.
Γιατί ο Γιωργάκης δεν είχε ξεχάσει.
Απλώς δεν μιλούσε.
Μια μέρα ο παππούς είχε αγχωθεί πολύ με την κίνηση.
Τα αυτοκίνητα ήταν κολλημένα το ένα πίσω από το άλλο.
Κόρνες από παντού.
Ζέστη.
Οδηγοί που φώναζαν.
Και ο παππούς, που δεν άντεχε την αργοπορία, άρχισε να λέει διάφορα μέσα στο αυτοκίνητο.
Η γιαγιά εκνευρίστηκε.
«Μα τι κάνεις επιτέλους; Δεν μπορείς να ηρεμήσεις λίγο;»
Ο παππούς θεώρησε πως τον αδικούσε.
«Εσύ ποτέ δεν καταλαβαίνεις! Ποτέ!»
Η γιαγιά τού απάντησε με έναν τρόπο που τον έκανε να νιώσει μικρός.
Πολύ μικρός.
Ο Γιωργάκης ήταν στο πίσω κάθισμα.
Κοιτούσε έξω από το παράθυρο.
Δεν μίλησε.
Όταν αργότερα τα πράγματα ηρέμησαν, ο παππούς γύρισε προς το μέρος του.
«Συγγνώμη, Γιωργάκη μου. Σε στενοχωρήσαμε.»
Ο Γιωργάκης τον κοίταξε.
«Τι παγωτό θέλεις;»
Ο Γιωργάκης σκέφτηκε λίγο.
«Στρατσιατέλα.»
Κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.
Ήταν απλώς μια γεύση παγωτού.
Για τον Γιωργάκη όμως δεν ήταν μόνο γεύση.
Ήταν η γεύση εκείνης της ημέρας.
Η γεύση της έντασης.
Μια άλλη φορά, στο σπίτι, οι γονείς του είχαν διαφωνήσει.
Η μητέρα είχε κάνει αρκετά έξοδα εκείνον τον μήνα.
Ο πατέρας ανησυχούσε.
Η μητέρα ένιωθε πως ο άνδρας της οικογένειας δεν αναγνώριζε όλα όσα έκανε εκείνη για το σπίτι.
Ο πατέρας αισθανόταν πως κανείς δεν καταλάβαινε τη δική του αγωνία.
Και οι δύο είχαν δίκιο.
Και οι δύο είχαν άδικο.
Και οι δύο ήταν κουρασμένοι.
Ο Γιωργάκης καθόταν στο χαλί.
Έφτιαχνε έναν πύργο με τουβλάκια.
Έβαζε το ένα πάνω στο άλλο.
Μέχρι που οι φωνές έγιναν πιο δυνατές.
Ένα τουβλάκι έπεσε.
Μετά άλλο ένα.
Ο Γιωργάκης δεν τα μάζεψε.
Περίμενε.
Ώσπου η ένταση πέρασε.
Το βράδυ η μητέρα κάθισε δίπλα του.
«Αγάπη μου, συγγνώμη. Δεν έπρεπε να μας ακούσεις να μιλάμε έτσι.»
Ο πατέρας τον χάιδεψε στο κεφάλι.
«Εμείς οι μεγάλοι καμιά φορά νευριάζουμε. Δεν σημαίνει ότι δεν αγαπιόμαστε.»
Ο Γιωργάκης δεν ρώτησε τίποτα.
Του είπαν πως την άλλη μέρα θα του αγόραζαν παγωτό.
«Τι γεύση θέλεις;»
Εκείνος απάντησε:
«Βατόμουρο.»
Και συνέχισε να παίζει.
Μόνο που εκείνο το βράδυ, όταν κοιμήθηκε, ονειρεύτηκε πως ο πύργος του έπεφτε ξανά και ξανά.
Κάθε φορά προσπαθούσε να τον ξαναχτίσει.
Κάθε φορά κάποιος μιλούσε δυνατά.
Και κάθε φορά ο Γιωργάκης έψαχνε να βρει μια γεύση παγωτού για να σταματήσει ο θόρυβος.
Κάποια στιγμή άρχισε να καταλαβαίνει κάτι που οι μεγάλοι δεν είχαν καταλάβει.
Όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να διαχειριστούν μέσα τους το άγχος τους, ψάχνουν κάπου να το αφήσουν.
Και συχνά το αφήνουν εκεί που νιώθουν ασφαλείς.
Στους δικούς τους ανθρώπους.
Και τα παιδιά είναι οι πιο ασφαλείς άνθρωποι απ' όλους.
Δεν θα φύγουν.
Δεν θα τους πουν «αρκετά».
Δεν θα κλείσουν την πόρτα και θα πάνε στο άλλο δωμάτιο.
Θα καθίσουν εκεί.
Θα ακούσουν.
Θα κοιτάξουν.
Και θα περιμένουν.
Κάπως έτσι ο Γιωργάκης είχε γίνει ένα μικρό δοχείο.
Δεν ήξερε τη λέξη «συσσώρευση».
Δεν ήξερε τη λέξη «μεταβίβαση».
Δεν ήξερε πως οι ψυχολόγοι μιλούν για τα συναισθήματα των ενηλίκων που περνούν στα παιδιά ακόμη κι όταν κανείς δεν τους τα εξηγεί.
Ήξερε μόνο πως κάθε καβγάς έμενε κάπου μέσα του.
Σαν μια μικρή μπάλα.
Και μετά ερχόταν άλλη.
Και άλλη.
Και άλλη.
Μέχρι που μέσα του άρχισε να υπάρχει ένα ολόκληρο σακουλάκι γεμάτο μπάλες.
Οι μεγάλες.
Οι μικρές.
Οι βαριές.
Οι ελαφριές.
Όλες διαφορετικές.
Και μετά ήρθαν τα γενέθλιά του.
Έξι χρονών.
Καλοκαίρι.
Ο ήλιος είχε μπει από νωρίς στο δωμάτιό του.
Ο Γιωργάκης ξύπνησε χαμογελαστός.
Ήταν η μέρα του.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στους γονείς του.
«Μαμά! Μπαμπά!»
Τους αγκάλιασε.
Και ύστερα είπε:
«Ήρθε η μέρα.»
«Ποια μέρα;» ρώτησε η μητέρα του.
Ο Γιωργάκης χαμογέλασε.
«Η μέρα που θα μου πάρετε το παγωτό που μου υποσχεθήκατε.»
Οι γονείς γέλασαν.
Φυσικά.
Το θυμόταν ακόμη.
Έτσι, αργότερα, μαζεύτηκαν όλοι.
Ο παππούς.
Η γιαγιά.
Η θεία.
Οι γονείς.
Όλοι όσοι είχαν κατά καιρούς βρεθεί δίπλα του.
Όλοι όσοι τον αγαπούσαν.
Όλοι όσοι, χωρίς να το θέλουν, είχαν αφήσει κάτι μέσα του.
Πήγαν το απόγευμα σε ένα όμορφο ζαχαροπλαστείο, γνωστό για τα παγωτά του.
Οι βιτρίνες ήταν γεμάτες χρώματα.
Κόκκινο.
Κίτρινο.
Καφέ.
Ροζ.
Λευκό.
Μωβ.
Πράσινο.
Ο Γιωργάκης στεκόταν μπροστά τους μαγεμένος.
Ο σερβιτόρος χαμογέλασε.
«Λοιπόν, νεαρέ κύριε, τι θα πάρετε;»
Ο Γιωργάκης κοίταξε τις γεύσεις μία μία.
Οι μεγάλοι περίμεναν.
Η μητέρα του νόμιζε ότι θα ακούσει «σοκολάτα».
Ο παππούς περίμενε «στρατσιατέλα».
Η θεία ήταν σχεδόν βέβαιη για τη βανίλια.
Ο Γιωργάκης όμως πήρε μια βαθιά ανάσα.
Και είπε αποφασιστικά:
«Μικρές μικρές μπαλίτσες... από όλες τις γεύσεις του καταστήματος.»
Ο σερβιτόρος ανοιγόκλεισε τα μάτια.
«Από όλες;»
«Από όλες.»
«Είσαι σίγουρος;»
«Ναι.»
Ο σερβιτόρος κοίταξε προς το αφεντικό.
Το αφεντικό πλησίασε.
Σκύβοντας στο ύψος του παιδιού, τον ρώτησε:
«Είσαι σίγουρος, παιδί μου, ότι αυτό θέλεις;»
Ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι.
«Ναι, ναι.»
Και ύστερα, σαν να θυμήθηκε κάτι πολύ σημαντικό, πρόσθεσε:
«Και μία ακόμη από εσάς.»
Το αφεντικό γέλασε.
«Από εμένα;»
Ο Γιώργος τον κοίταξε σοβαρά.
«Ναι. Από εσάς που δεν με πιστέψατε!»
Οι μεγάλοι γέλασαν.
Αλλά ο παππούς έσφιξε τα χείλη του.
Κοίταξε τον Γιωργάκη.
Ύστερα κοίταξε τη γιαγιά.
Και ξαφνικά, για πρώτη φορά, κατάλαβε.
Δεν ήταν οι γεύσεις που μετρούσαν.
Ούτε το παγωτό.
Ήταν όλες εκείνες οι φορές που είχαν ρωτήσει το παιδί τι θέλει, ενώ στην πραγματικότητα εκείνο δεν είχε ζητήσει τίποτε.
Ήταν όλες εκείνες οι φορές που μετά από έναν καβγά τού έλεγαν «συγγνώμη» και του πρόσφεραν μια γεύση.
Σαν να μπορούσε η σοκολάτα να σβήσει τον θυμό.
Η φράουλα την αγωνία.
Η βανίλια την απαξίωση.
Το βατόμουρο τον φόβο.
Η στρατσιατέλα την απόγνωση.
Ο παππούς ένιωσε ένα βάρος στο στήθος.
Η γιαγιά χαμήλωσε τα μάτια.
Η μητέρα του πήρε το χέρι του Γιωργάκη.
Ο πατέρας του τον κοίταξε προσεκτικά.
«Γιωργάκη...»
Το παιδί γύρισε.
«Τι;»
«Εμείς... σε φορτώσαμε με πράγματα που δεν ήταν δικά σου;»
Ο Γιωργάκης δεν κατάλαβε ακριβώς την ερώτηση.
Σήκωσε τους ώμους.
«Δεν ξέρω.»
Ύστερα κοίταξε το παγωτό.
«Αλλά θέλω όλες τις γεύσεις.»
Κανείς δεν μίλησε.
Ο Γιωργάκης πήρε το πρώτο μικρό κουταλάκι.
Σοκολάτα.
Μετά φράουλα.
Μετά βανίλια.
Μετά βατόμουρο.
Μετά στρατσιατέλα.
Έκλεισε τα μάτια.
Για πρώτη φορά, όλες οι γεύσεις ήταν δικές του.
Δεν ήταν γεύσεις καβγάδων.
Δεν ήταν γεύσεις απολογίας.
Δεν ήταν ανταλλάγματα για τη σιωπή του.
Ήταν απλώς παγωτό.
Και τότε χαμογέλασε.
Γιατί ίσως αυτό ήταν το πιο σημαντικό που μπορούσε να μάθει ένα παιδί:
πως δεν είναι δουλειά του να ηρεμεί τους μεγάλους.
Δεν είναι δουλειά του να τους συμφιλιώνει.
Δεν είναι δουλειά του να καταπίνει τον φόβο τους.
Και κυρίως, δεν είναι δουλειά του να πληρώνει με τη δική του ησυχία το τίμημα της δικής τους έντασης.
Οι μεγάλοι έμειναν για λίγο σιωπηλοί.
Όχι από αμηχανία αυτή τη φορά.
Από σκέψη.
Και ίσως εκείνη την ημέρα, μαζί με τα γενέθλια του Γιωργάκη, να γεννήθηκε μέσα τους και κάτι άλλο.
Η ανάγκη να προσέχουν περισσότερο.
Γιατί κατάλαβαν επιτέλους πως ένα παιδί δεν χρειάζεται να καταλαβαίνει τις λέξεις για να κουβαλήσει το συναίσθημα.
Το παιδί μπορεί να μη γνωρίζει τι είναι οικονομική αγωνία.
Αλλά γνωρίζει τον φόβο στη φωνή του πατέρα του.
Μπορεί να μη γνωρίζει τι είναι ματαίωση.
Αλλά αναγνωρίζει την περιφρόνηση στο βλέμμα της γιαγιάς του.
Μπορεί να μη γνωρίζει τι σημαίνει πίεση.
Αλλά νιώθει το σώμα του παππού σφιγμένο στο τιμόνι.
Και μπορεί να μην ξέρει τι είναι απόγνωση.
Αλλά ξέρει πως κάποια βράδια το σπίτι γίνεται πολύ ήσυχο μετά από πολύ θόρυβο.
Ο Γιωργάκης συνέχισε να τρώει το παγωτό του.
Όλες τις γεύσεις.
Μικρές μικρές μπαλίτσες.
Και κάπου ανάμεσα στη σοκολάτα και στο βατόμουρο, αποφάσισε κάτι που δεν μπορούσε ακόμη να το πει με λόγια:
ότι όταν μεγαλώσει, θα προσπαθήσει να μην αφήνει τα δικά του βάρη πάνω στους ώμους κάποιου μικρότερου.
Και αυτή ίσως ήταν η πρώτη πραγματική επένδυση του μικρού του μυαλού.
Από εκείνες που είχε συλλέξει σαν μελισσάκι.
Για το μέλλον.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου