Φωτό: lyrasi.blogspot.com
Η Άνοιξη στη Βαλύρα δεν έρχεται ποτέ βιαστικά. Πρώτα ακους τα χελιδόνια να γυρίζουν στις φωλιές τους, ύστερα μοσχοβολούν οι ανθισμένες λεμονιές, κι έπειτα η γη ανοίγει την αγκαλιά της και γεμίζει χόρτα. Ανάμεσά τους παλιά ξεχώριζαν τα τρυφερά σέσκουλα, με τα φαρδιά, καταπράσινα φύλλα τους, που έλαμπαν από την πρωινή δροσιά σαν να είχαν επάνω τους μικρά κρύσταλλα.
Έτσι γινόταν κάθε χρόνο στον κήπο της αείμνηστης Αγγελικής Λύρα. Ο κήπος εκείνος ήταν ευλογημένος. Δεν ήταν μόνο το εύφορο χώμα του· ήταν τα χέρια της νοικοκυράς που τον είχαν φροντίσει για δεκαετίες. Ακόμη κι όταν η Αγγελική έφυγε από τη ζωή, οι άνθρωποι του χωριού έλεγαν πως η ευχή της έμενε πάνω στα δέντρα, στις φραγκοσυκιές, στις ελιές και στα χόρτα που φύτρωναν κάθε Άνοιξη.
Εκείνο το πρωινό της δεκαετίας του 1970, έξι νεαρές γυναίκες συναντήθηκαν στον κήπο της Αγγελικής κρατώντας τα υφαντά τους ταγάρια. Μπροστά βάδιζε η Δάφνη Λύρα, χαμογελαστή και γεμάτη ζωντάνια. Δίπλα της οι αδελφές Παπασαραντοπούλου, που όπου πήγαινε η μία ακολουθούσαν και οι άλλες, σαν να είχαν κοινή σκέψη και κοινή καρδιά. Μαζί τους ήταν και η Ευγενία Ντουραμάκου, γελαστή, πρόθυμη να βοηθήσει όλες τις φίλες της.
Ο ήλιος μόλις είχε ξεπροβάλει πίσω από τον λόφο. Η πρωινή δροσιά πότιζε ακόμη το χώμα, κι ένα απαλό αεράκι χάιδευε τα πλατιά φύλλα των φραγκοσυκιών. Ένας αιωνόβιος κορμός ελιάς στεκόταν αγέρωχος στην άκρη του κήπου, σαν γέροντας που παρακολουθούσε τις γενιές να περνούν.
Οι κοπέλες άρχισαν να σκύβουν με προσοχή. Διάλεγαν τα πιο τρυφερά σέσκουλα, έκοβαν μόνο όσα χρειάζονταν και άφηναν τα υπόλοιπα να μεγαλώσουν. Έτσι είχαν μάθει από τις μητέρες και τις γιαγιάδες τους. Η γη δεν ήταν για εκμετάλλευση· ήταν μάνα που έπρεπε να τη σέβεσαι.
— Μη χαλάτε τη ρίζα, κορίτσια, είπε η μεγαλύτερη ανάμεσά τους. Να ξαναβγάλει φύλλα.
— Έτσι έκανε και η κυρα-Αγγελική. Πάντα έλεγε πως η γη θυμάται την καλή συμπεριφορά.
Τα γέλια ακούγονταν μέχρι τον δρόμο. Άλλοτε πείραζαν η μία την άλλη για κάποιον νέο του χωριού, άλλοτε συζητούσαν για τα πανηγύρι της Αγίας Τριάδος, άλλοτε αντάλλασσαν συνταγές για χορτόπιτες και βραστά χόρτα με λαδολέμονο.
Εκείνη την ώρα περνούσε συχνά ο ψαράς.
Ερχόταν από τη θάλασσα με το ποδήλατό του ή καμιά φορά με το μικρό του φορτηγάκι. Στα κοφίνια του είχε μικρές σαρδέλες, γαύρους, μαρίδες και άλλα ψάρια που γυάλιζαν ακόμη από το θαλασσινό νερό.
— Φρέσκα ψάρια! Φρέσκα ψάρια Καλαματιανά! φώναζε.
Οι γυναίκες άφηναν για λίγο τα χόρτα, πλησίαζαν γελώντας και διάλεγαν ό,τι μπορούσε να αντέξει το λιγοστό οικογενειακό τους βαλάντιο. Δεν περίσσευαν χρήματα εκείνα τα χρόνια, όμως περίσσευε η σοφία της νοικοκυροσύνης.
Το μεσημέρι τα ψαράκια θα τηγανίζονταν , ενώ τα φρεσκοβρασμένα σέσκουλα θα περίμεναν στο πιάτο λουσμένα με άφθονο ελαιόλαδο και λεμόνι. Ήταν ένα φαγητό απλό, μα τόσο νόστιμο που σήμερα θα το ζήλευαν και τα καλύτερα εστιατόρια.
Εκείνα τα χρόνια η ευτυχία δεν μετριόταν με πλούτη. Μετριόταν με το γεμάτο ταγάρι, με το τραπέζι που χωρούσε όλους, με το ψωμί που μοιραζόταν και με τη συντροφιά.
Ανάμεσα σε όσους θυμούνται εκείνη την εικόνα βρίσκεται ο Βιολόγος και ιστοριοδίφης της Βαλύρας, κ. Ιωάννης Δ. Λύρας.
«Τις πρόσεχα τις γυναίκες», συνηθίζει να λέει με συγκίνηση.
Δεν το λέει με διάθεση νοσταλγίας μόνο για τα νιάτα που πέρασαν. Το λέει γιατί μέσα στις γυναίκες της ζωής του αναγνωρίζει το μεγαλύτερο σχολείο αγάπης, προσφοράς και αξιοπρέπειας.
Μεγάλωσε έχοντας δίπλα του την άξια χήρα μητέρα του, μια γυναίκα που κράτησε όρθια την οικογένεια με αξιοθαύμαστη δύναμη. Εκείνη του δίδαξε πως η εργατικότητα δεν κάνει θόρυβο και πως η αρετή δεν ζητά χειροκρότημα.
Δίπλα της βρίσκονταν πάντα οι αγαπημένες του αδελφές, που μοιράζονταν τις χαρές και τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Συχνά τις συνόδευε σε κοινωνικές εκδηλώσεις, στους κήπους ή στις γειτονιές της Βαλύρας. Εκεί έβλεπε τις φιλίες των γυναικών, τις μικρές κουβέντες, τα πειράγματα, αλλά και την αλληλεγγύη που γεννιόταν αυθόρμητα όταν κάποια χρειαζόταν βοήθεια.
Τα χρόνια πέρασαν, όμως ο Θεός δεν έπαψε να του χαρίζει σπουδαίες γυναίκες στη ζωή του. Η σύζυγός του έγινε συνοδοιπόρος στις χαρές και στις δοκιμασίες. Με υπομονή, κατανόηση και αγάπη στέκεται δίπλα του σε κάθε βήμα.
Ύστερα ήρθε η κόρη του, που έφερε νέο φως στο σπίτι και νέες ελπίδες για το μέλλον.
Και σήμερα η μικρή εγγονή του, που μεγαλώνει γεμάτη περιέργεια και χαμόγελο, του θυμίζει πως η ζωή συνεχίζεται σαν τον κύκλο της Άνοιξης. Κάθε γενιά παραλαμβάνει ό,τι καλό άφησε η προηγούμενη και προσθέτει το δικό της λιθαράκι.
Όταν αντικρίζει την παλιά εκείνη φωτογραφία με τις έξι νέες γυναίκες, δεν βλέπει μόνο πρόσωπα. Βλέπει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
Βλέπει τα ταγάρια που είχαν υφανθεί στον αργαλειό. Βλέπει τις ζακέτες που έπλεκαν οι ίδιες τα βράδια δίπλα στο μαγκάλι. Βλέπει τις φούστες που κρατούσαν χρόνια, γιατί οι άνθρωποι σέβονταν κάθε αντικείμενο.
Βλέπει ακόμη τις τεράστιες φραγκοσυκιές, που πρόσφεραν τους γλυκούς καρπούς τους το καλοκαίρι, και τη μεγάλη ελιά που είχε σκιάσει γενιές ολόκληρες.
Μα πάνω απ' όλα βλέπει τα χαμόγελα.
Δεν ήταν χαμόγελα σκηνοθετημένα. Ήταν χαμόγελα ανθρώπων που είχαν μάθει να βρίσκουν χαρά στα μικρά πράγματα.
Η συλλογή των χόρτων ήταν μια μικρή γιορτή. Οι γυναίκες αντάλλασσαν νέα, συμβουλές, τραγούδια και ευχές. Αν κάποια είχε στενοχώρια, η παρέα γινόταν παρηγοριά. Αν κάποια είχε χαρά, η χαρά γινόταν κοινή.
Στη λαϊκή σοφία της Μεσσηνίας έλεγαν πως «το χορτάρι θέλει παρέα για να κοπεί». Δεν εννοούσαν μόνο τη δουλειά. Εννοούσαν πως κάθε κόπος γίνεται ελαφρύτερος όταν μοιράζεται.
Πριν το μεσημέρι, αφού γέμιζαν τα ταγάρια τους, οι έξι φίλες έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής.
Οι αυλές μοσχοβολούσαν λεμόνι, δυόσμο και βασιλικό. Από τα σπίτια ακούγονταν οι κατσαρόλες να βράζουν και τα παιδιά να παίζουν στις γειτονιές.
Σε λίγο το τραπέζι θα στρωνόταν.
Τα σέσκουλα, τα μικρά ψάρια, το ψωμί του φούρνου, οι ελιές, το τυρί και το κρασί θα ένωναν την οικογένεια γύρω από το ίδιο τραπέζι.
Κανείς δεν βιαζόταν.
Κανείς δεν κρατούσε κινητό τηλέφωνο.
Η συζήτηση ήταν το μεγαλύτερο δώρο της ημέρας.
Σήμερα, η φωτογραφία εκείνη, αποτελεί ένα πολύτιμο παράθυρο σε μια εποχή που μοιάζει μακρινή, αλλά εξακολουθεί να ζει στις μνήμες των ανθρώπων. Η εικόνα αποπνέει τη ζεστασιά της Ελληνικής υπαίθρου, όπου η φύση, η οικογένεια και η κοινότητα συνυπήρχαν αρμονικά.
Οι έξι νέες γυναίκες ίσως δεν φαντάζονταν ποτέ πως μια απλή στιγμή της καθημερινότητάς τους θα αποκτούσε τόση αξία έπειτα από δεκαετίες. Όμως ακριβώς αυτές οι καθημερινές στιγμές συνθέτουν τη λαογραφία ενός τόπου. Δεν είναι μόνο τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που γράφουν την ιστορία· είναι και οι ανοιξιάτικες εξορμήσεις για σέσκουλα, οι φωνές του ψαρά στον δρόμο, τα ταγάρια γεμάτα χόρτα, τα οικογενειακά τραπέζια και οι άνθρωποι που έζησαν με μέτρο, αξιοπρέπεια και αγάπη.
Κι έτσι, κάθε φορά που κάποιος κοιτάζει εκείνη τη φωτογραφία από τη Βαλύρα, δεν βλέπει απλώς έξι νεαρές γυναίκες μέσα σε έναν καταπράσινο κήπο. Βλέπει την ίδια την ψυχή της Ελληνικής υπαίθρου· μια ψυχή που ανθίζει κάθε Άνοιξη, όπως τα σέσκουλα στον κήπο της αείμνηστης Αγγελικής Λύρα, και που συνεχίζει να εμπνέει όσους θυμούνται ότι η μεγαλύτερη ευτυχία βρίσκεται στις απλές, αληθινές στιγμές της ζωής.
Θερμές ευχαριστίες στον καθηγητή Βιολογίας και Ιστοριοδίφη , κ. Ιωάννη Δ. Λύρα, για την ανεπανάληπτη μνήμη του και τη διάσωση της λαογραφίας του τόπου μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου