Στην Καλλιθέα της Αθήνας, τη δεκαετία του 1960, ζούσε η δεσποινίς Χρυσή, μια τριανταπεντάχρονη μοδίστρα Ποντιακής καταγωγής. Ήταν άριστα εκπαιδευμένη στην τέχνη της ραπτικής και τα χέρια της ήξεραν να μεταμορφώνουν ένα κομμάτι ύφασμα σε φόρεμα που έκανε την καρδιά κάθε γυναίκας να χτυπά από χαρά.
Εκείνες τις ημέρες, η Χρυσή είχε ακόμη περισσότερη δουλειά. Ένας συγγενικός της άνθρωπος επρόκειτο να παντρευτεί και ήταν καλεσμένη στον γάμο. Για δώρο στη νύφη αποφάσισε να φτιάξει κάτι ξεχωριστό: ένα υπέροχο πέπλο, στολισμένο με κεντίδια εμπνευσμένα από εκείνα που κάποτε φορούσαν οι γιαγιάδες τους στον μακρινό Πόντο.
Για τρεις ολόκληρους μήνες η ραπτομηχανή της δεν σταμάτησε σχεδόν καθόλου. Πάνω από είκοσι φορέματα πέρασαν από τα χέρια της για τις κυρίες που θα παρευρίσκονταν στον γάμο. Άλλο ύφασμα, άλλο σχέδιο, άλλος σωματότυπος, άλλη απαίτηση. Η Χρυσή όμως δεν παραπονιόταν. Ήθελε όλες οι γυναίκες να είναι όμορφες εκείνη την ημέρα.
Μόνο που, μέσα σε όλη αυτή τη φροντίδα για τις άλλες, είχε ξεχάσει τον εαυτό της.
Έμεναν μόλις τέσσερις ημέρες μέχρι την Κυριακή του γάμου και το δικό της φόρεμα ήταν ακόμη άραφο.
Εκείνο το βράδυ κάθισε μπροστά στη ραπτομηχανή και συλλογίστηκε:
«Τι να φτιάξω άραγε για μένα;»
Μα η κούραση των τελευταίων μηνών ήταν μεγάλη. Τα βλέφαρά της βάρυναν. Το κεφάλι της έγειρε σιγά σιγά πάνω στη ραπτομηχανή και, χωρίς να το καταλάβει, αποκοιμήθηκε.
Και τότε είδε ένα παράξενο όνειρο.
Μπροστά της παρουσιάστηκαν δύο άγγελοι. Ο ένας ήταν ο άγγελος της ημέρας και ο άλλος ο άγγελος της νύχτας. Συζητούσαν μεταξύ τους για το φόρεμα της Χρυσής.
«Δικό μου θα είναι», έλεγε ο ένας.
«Όχι, δικό μου», απαντούσε ο άλλος.
Και καθώς μιλούσαν, άρχισαν να περνούν μπροστά από τα μάτια της Χρυσής φορέματα κάθε λογής. Φορέματα υπέροχα, παράξενα, λαμπερά, γεμάτα χρώματα, κεντήματα και στολίδια. Ήταν τόσο όμορφα, που ούτε η ίδια η φαντασία της δεν είχε κατορθώσει ποτέ να δημιουργήσει κάτι παρόμοιο.
Η Χρυσή τα κοιτούσε με θαυμασμό.
Ξαφνικά όμως όλα σταμάτησαν.
Μπροστά της είδε μια κοπέλα να κάθεται ήσυχα σε ένα στασίδι εκκλησίας. Έλαμπε ολόκληρη, σαν να είχε επάνω της ένα φως που δεν ερχόταν από κανένα καντήλι.
Φορούσε ένα όμορφο, κατάλευκο, καλοδουλεμένο πουκάμισο. Η Χρυσή το αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ένα πουκάμισο που είχε φτιάξει η ίδια και το φορούσε στις γιορτές μαζί με τη σκούρα μπλε φούστα της.
Και τότε συνέβη κάτι παράξενο.
Πάνω στο λευκό πουκάμισο είχε καθίσει ένα λευκό τριαντάφυλλο. Το λουλούδι έμοιαζε ζωντανό και κοιτούσε την κοπέλα σαν άνθρωπος.
Η Χρυσή έμεινε έκθαμβη.
Δεν είχε δει ποτέ στη ζωή της πιο όμορφο ρούχο.
Κοίταζε το λευκό πουκάμισο, το μπλε της φούστας και το λευκό τριαντάφυλλο και ένιωθε μέσα της μια γαλήνη που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Ξαφνικά ξύπνησε.
Σήκωσε το κεφάλι της από τη ραπτομηχανή και έμεινε για λίγο ακίνητη, προσπαθώντας να καταλάβει αν όσα είδε ήταν αληθινά ή όνειρο.
Ύστερα σηκώθηκε όρθια και αναφώνησε:
«Το αγιασμένο μου πουκάμισο θα φορέσω με την μπλε φούστα! Αυτό είναι το καλύτερο!»
Κοίταξε ψηλά, προς τον ουρανό, και χαμογέλασε.
«Αμάν πια! Είκοσι φορέματα στη σειρά… Πολύ κουράστηκα! Σήμερα δεν θα ράψω. Θα πάω περίπατο στην αγορά και θα περάσω στον Εσπερινό να ανάψω ένα κερί στην εκκλησία.»
Και έτσι έκανε.
Εκείνη την ημέρα η Χρυσή άφησε τη ραπτομηχανή ήσυχη. Βγήκε στην αγορά, περπάτησε ανάμεσα στον κόσμο και, όταν σουρούπωσε, πήγε στην εκκλησία. Άναψε το κερί της και στάθηκε για λίγο σιωπηλή μπροστά στις εικόνες.
Την Κυριακή του γάμου παρουσιάστηκε απλά και όμορφα.
Φορούσε το λευκό, καλοραμμένο πουκάμισό της και τη σκούρα μπλε φούστα της, όπως έκανε στις μεγάλες γιορτές. Δεν είχε πάνω της ούτε τα περίτεχνα φορέματα που είχε ράψει για τις άλλες ούτε στολίδια που να τραβούν το βλέμμα.
Κι όμως, εκείνη την ημέρα έμοιαζε πιο όμορφη από ποτέ.
Γιατί η Χρυσή είχε καταλάβει κάτι που καμιά ραπτομηχανή δεν μπορούσε να της μάθει: πως το ωραιότερο ένδυμα είναι εκείνο που φοριέται με χαρά, πίστη και ειρήνη στην καρδιά.
Και από τότε, όταν οι γυναίκες τη ρωτούσαν ποιο ήταν το ωραιότερο φόρεμα που είχε φτιάξει ποτέ, η Χρυσή χαμογελούσε.
Δεν ήταν κανένα από τα είκοσι φορέματα του γάμου.
Ήταν το απλό, λευκό της πουκάμισο, που είχε ράψει η ίδια με τα χέρια της και που, μέσα στο παράξενο όνειρό της, το είχε στολίσει ένα λευκό τριαντάφυλλο.
Αυτή ήταν η Χρυσή· η μοδιστρούλα που έμαθε πως, καμιά φορά, το πιο όμορφο φόρεμα είναι εκείνο που δεν χρειάζεται να ράψεις ξανά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου