Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Γεωργία Δημητρακοπούλου: «Το πένθος είναι προσωπικό, αλλά ποτέ δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση.»

 

 
                                     Φωτό: Γεωργία Δημητρακοπούλου στο FB


Ο θάνατος ενός αγαπημένου ανθρώπου αποτελεί μία από τις βαθύτερες εμπειρίες που μπορεί να βιώσει ο άνθρωπος. Το πένθος γεννιέται μέσα στην ψυχή εκείνου που έχασε, όμως εκδηλώνεται πάντοτε μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον: στην οικογένεια, στους συγγενείς, στους φίλους, στους γείτονες, στους συνεργάτες, ακόμη και στους ανθρώπους που συναντά καθημερινά. Γι’ αυτό και η συμπεριφορά του πενθούντος, ο τρόπος με τον οποίο μιλά, κινείται, εργάζεται, τρώει, συναναστρέφεται τους άλλους, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ντύνεται, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το συναισθηματικό κλίμα ολόκληρου του περιβάλλοντός του.

Το μαύρο ένδυμα αποτελεί εδώ και αιώνες ένα από τα ισχυρότερα κοινωνικά σύμβολα του πένθους στη Δύση. Ωστόσο, το μαύρο δεν είναι από μόνο του ούτε «θεραπευτικό» ούτε «παθολογικό». Η σημασία του εξαρτάται από τον άνθρωπο, την οικογένεια, την κοινωνία, την παράδοση και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να διαχωρίσουμε το πένθος ως εσωτερική ψυχική διεργασία από το πένθος ως κοινωνική έκφραση και από το πένθιμο ένδυμα ως πολιτισμικό σύμβολο.

Η σύγχρονη ψυχολογία θεωρεί το πένθος φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση στην απώλεια. Δεν υπάρχει ένας μοναδικός τρόπος με τον οποίο «πρέπει» να πενθήσει κάποιος. Ούτε υπάρχει ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ο άνθρωπος οφείλει να έχει «ξεπεράσει» τον νεκρό. Η προσαρμογή στην απώλεια είναι δυναμική, προσωπική και επηρεάζεται από την ποιότητα των σχέσεων, την κοινωνική υποστήριξη, την προσωπικότητα, τις συνθήκες του θανάτου και το οικογενειακό περιβάλλον (American Psychological Association [APA], 2020· Stroebe & Schut, 1999).

Η κυρία Άννα και το μαύρο που «κόβει την όρεξη»

Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό είναι εκείνο της κυρίας Άννας, η οποία είχε χάσει τη μητέρα της και εξακολουθούσε να φορά συνεχώς μαύρα. Ένας οικοδόμος που εργαζόταν στο σπίτι της, αφού έφαγε το φαγητό που του είχε προσφέρει, της είπε περίπου τα εξής:

«Κυρία Άννα, ωραίο το φαγητό σας, αλλά μόλις σας βλέπω χλωμή και μαυροντυμένη, αν και πολύ κουρασμένος, μου κόβεται η όρεξη. Γιατί δεν φοράτε κάτι πιο χαρούμενο, να έλθει η θετική ενέργεια να καθίσει επάνω σας;»

Η φράση αυτή, αν και καθημερινή και ίσως αυθόρμητη, έχει εξαιρετικό ψυχοκοινωνικό ενδιαφέρον.

Ο οικοδόμος δεν είπε στην κυρία Άννα ότι «δεν δικαιούται να πενθεί». Αντίθετα, περιέγραψε κάτι που συνέβαινε μέσα στον ίδιο όταν ερχόταν αντιμέτωπος με την εξωτερική εικόνα του πένθους της. Το πρόσωπο, η χλωμάδα, η μαύρη ενδυμασία και πιθανώς η γενικότερη διάθεση της γυναίκας λειτουργούσαν ως ισχυρά κοινωνικά σήματα θλίψης. Ο άνθρωπος που βρισκόταν απέναντί της δεν μπορούσε να παραμείνει εντελώς συναισθηματικά ανεπηρέαστος.

Εδώ εμφανίζεται μία σημαντική διάσταση του πένθους: το συναίσθημα μεταδίδεται κοινωνικά, όχι με την έννοια ότι μεταφέρεται αυτούσιο από τον έναν άνθρωπο στον άλλον, αλλά επειδή η συμπεριφορά του ενός επηρεάζει την αντίληψη, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά του άλλου.

Το μαύρο ένδυμα πληροφορεί τον κοινωνικό περίγυρο: «Έχω χάσει κάποιον». Παράλληλα, μπορεί να πληροφορεί: «Δεν είμαι ακόμη έτοιμη να επιστρέψω πλήρως στην καθημερινότητα». Έτσι, το ένδυμα γίνεται ένας κώδικας επικοινωνίας χωρίς λόγια.

Ιστορικά, μάλιστα, η ενδυμασία πένθους είχε πολύ αυστηρότερη κοινωνική λειτουργία από τη σημερινή. Κατά τον 18ο και ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα στη Δυτική Ευρώπη υπήρχαν συγκεκριμένοι κανόνες για τη διάρκεια, το είδος και την ένταση του πένθιμου ενδύματος. Οι γυναίκες, και ιδιαίτερα οι χήρες, ήταν υποχρεωμένες να ακολουθούν πολύ αυστηρούς κώδικες ένδυσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις η πένθιμη ενδυμασία διαρκούσε ακόμη και χρόνια (Bedikian, 2008). Η ενδυμασία επομένως δεν εξέφραζε μόνο την προσωπική θλίψη· εξέφραζε και μια κοινωνική υποχρέωση.

Στη σύγχρονη κοινωνία οι αυστηροί αυτοί κανόνες έχουν σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει. Το μαύρο, όμως, παραμένει ένα ισχυρό σύμβολο πένθους στη Δύση (Bass-Krueger, 2023).

Όταν το πένθος γίνεται «οικογενειακό κλίμα»

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι ότι ο πενθών άνθρωπος δεν ζει μόνος. Αν είναι μητέρα, σύζυγος, πατέρας, παππούς ή γιαγιά, η ψυχική του κατάσταση γίνεται μέρος της καθημερινότητας και των άλλων.

Μία μητέρα που μετά τον θάνατο του συζύγου της παραμένει επί χρόνια βαθιά βυθισμένη στη θλίψη μπορεί, χωρίς να το επιδιώκει, να δημιουργήσει στα παιδιά την αίσθηση ότι «η ζωή σταμάτησε». Τα παιδιά δεν ακούν μόνο τα λόγια της. Διαβάζουν το πρόσωπό της, τη στάση του σώματος, το ντύσιμό της, τη διάθεσή της, την απουσία χαμόγελου, τη συμμετοχή ή μη συμμετοχή της στην οικογενειακή ζωή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μητέρα πρέπει να κρύψει τη θλίψη της. Το αντίθετο. Η ψυχολογικά υγιής οικογένεια δεν απαιτεί από τον πενθούντα να προσποιείται ότι είναι καλά. Η έρευνα δείχνει ότι η ανοιχτή επικοινωνία, η έκφραση συναισθημάτων, η συνοχή και η αμοιβαία υποστήριξη μπορούν να διευκολύνουν την προσαρμογή της οικογένειας στην απώλεια (Mano et al., 2015).

Η σύγχρονη έρευνα για τις οικογένειες που πενθούν υπογραμμίζει ακριβώς αυτό: ο θάνατος ενός μέλους δεν επηρεάζει μόνο το άτομο που πενθεί, αλλά μεταβάλλει τους οικογενειακούς ρόλους, τις σχέσεις, την επικοινωνία και την καθημερινή λειτουργία της οικογένειας. Η πρόσφατη συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση των οικογενειακών δυναμικών επιβεβαιώνει τη σημασία της επικοινωνίας, της συνοχής, της αναδιοργάνωσης των ρόλων και της επιρροής του φροντιστή στην προσαρμογή των παιδιών (Family dynamics and the grieving process, 2026).

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι:

«Πόσο πρέπει να πενθήσει η μητέρα;»

Αλλά:

«Πώς μπορεί να πενθήσει η μητέρα χωρίς να χάσει εντελώς την παρουσία της στη ζωή εκείνων που εξακολουθούν να ζουν δίπλα της;»

Αυτή είναι μια πολύ διαφορετική ερώτηση.

Η ερώτηση ενός ιερέα για τον δεκατετράχρονο γιο

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο περιστατικό. Μία γυναίκα πήγε να εξομολογηθεί και είπε στον ιερέα ότι σκεφτόταν να σταματήσει να βάφει τα μαλλιά της και να φορά συνεχώς μαύρα, εξαιτίας του θανάτου του συζύγου της.

Ο ιερέας δεν της απάντησε αμέσως με έναν κανόνα. Της έκανε μία ερώτηση:

«Και τι λέει ο δεκατετράχρονος γιος σου; Πώς του αρέσει να βλέπει τη μάνα του;»

Η ερώτηση αυτή είναι θεολογικά και ψυχολογικά πολύ βαθύτερη απ’ όσο φαίνεται.

Ο ιερέας μετατόπισε το επίκεντρο από τον νεκρό προς τον ζωντανό. Δεν αρνήθηκε τον νεκρό σύζυγο ούτε το πένθος της γυναίκας. Της υπενθύμισε όμως ότι υπάρχει ένα παιδί που συνεχίζει να χρειάζεται μητέρα.

Ο έφηβος μπορεί να πενθεί και ο ίδιος τον πατέρα του. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται σταθερότητα, ρουτίνα, τρυφερότητα, επικοινωνία και την αίσθηση ότι η ζωή συνεχίζεται. Η σχετική βιβλιογραφία για τον θάνατο γονέα υπογραμμίζει ότι η ανοιχτή και ειλικρινής επικοινωνία μέσα στην οικογένεια, καθώς και η συμμετοχή των παιδιών στη διαδικασία της οικογενειακής προσαρμογής, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες υποστήριξης (Parental death, 2022).

Ακόμη και οι παρεμβάσεις που έχουν μελετηθεί σε παιδιά που έχασαν γονέα συχνά περιλαμβάνουν όχι μόνο το παιδί αλλά και τον επιζώντα γονέα, με στόχο τη βελτίωση της επικοινωνίας, της γονεϊκής σχέσης και της σταθερότητας του οικογενειακού περιβάλλοντος (Bergman et al., 2017).

Άρα, η μητέρα δεν χρειάζεται να «ξεχάσει» τον άνδρα της για να ξαναβάλει χρώμα στη ζωή της. Μπορεί να τον θυμάται βαθιά και ταυτόχρονα να γίνει ξανά χαμογελαστή μητέρα.

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της σύγχρονης θεωρίας του πένθους: η προσαρμογή στην απώλεια δεν σημαίνει διαγραφή της σχέσης με τον νεκρό.

Δεν «ξεχνάμε» τον νεκρό: Η θεωρία των συνεχιζόμενων δεσμών

Για πολλά χρόνια υπήρχε η αντίληψη ότι το «σωστό» πένθος οδηγεί τελικά στην αποδέσμευση από τον νεκρό. Η νεότερη προσέγγιση των συνεχιζόμενων δεσμών (continuing bonds) έδειξε ότι η υγιής προσαρμογή μπορεί να περιλαμβάνει τη διατήρηση μιας εσωτερικής σχέσης με τον άνθρωπο που πέθανε (Klass et al., 1996).

Ο νεκρός μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει στη ζωή μας ως μνήμη, ως παράδειγμα, ως οικογενειακή ιστορία, ως αξία, ως προσευχή, ως φωτογραφία, ως συνήθεια, ως τρόπος ανατροφής των παιδιών.

Η χήρα μπορεί να πει:

«Ο άνδρας μου αγαπούσε να με βλέπει χαμογελαστή.»

Και αυτή η ανάμνηση μπορεί να γίνει γέφυρα από το παρελθόν προς το παρόν.

Έτσι, η αλλαγή της ενδυμασίας δεν σημαίνει υποχρεωτικά προδοσία της μνήμης. Μπορεί, αντίθετα, να σημαίνει μεταμόρφωση του τρόπου με τον οποίο κουβαλάμε τη μνήμη.

Η περίπτωση της κυρίας Γεωργίας Δημητρακοπούλου στη Βαλύρα

Πριν από λίγο καιρό, στην πλατεία της Βαλύρας, συναντηθήκαμε με η δραστήρια τυροκόμο και πρώην πρόεδρος της Κοινότητας, την κυρία Γεωργία Δημητρακοπούλου. Είχε πενθήσει για έναν χρόνο τον αγαπημένο της σύζυγο. Το πένθος, όπως είναι φυσικό, δεν εξαφανίστηκε μέσα σε μία ημερομηνία. Η καρδιά εξακολουθεί να βαραίνει όταν χάνεται ένας άνθρωπος με τον οποίο μοιράστηκες χρόνια ζωής.

Ωστόσο, για χάρη του μικρού της εγγονού, έβγαλε τα μαύρα και φόρεσε ξανά τα αγαπημένα της καλοκαιρινά φορέματα.

Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη συμβολική δύναμη.

Το παιδί δεν είδε απλώς μια αλλαγή χρώματος στα ρούχα της γιαγιάς του. Ενδεχομένως να είδε κάτι πολύ βαθύτερο:

«Η γιαγιά μου επιστρέφει κοντά μου.»

Το παιδί μπορεί να ένιωσε ότι η θλίψη δεν εξαφανίστηκε, αλλά ότι δεν καταλαμβάνει πλέον ολόκληρο τον χώρο της οικογενειακής ζωής.

Αυτό είναι σημαντικό. Η οικογένεια χρειάζεται να μάθει να ζει μετά την απώλεια, όχι επειδή η απώλεια παύει να υπάρχει, αλλά επειδή η ζωή αποκτά ξανά χώρο δίπλα στην απώλεια.

Η έρευνα για τις σχέσεις ανάμεσα στον επιζώντα γονέα και τα παιδιά μετά τον θάνατο ενός γονέα δείχνει ότι η προσαρμογή τους είναι αλληλένδετη και ότι η ποιότητα της γονεϊκής σχέσης, η επικοινωνία και οι τρόποι αντιμετώπισης του πένθους μπορούν να επηρεάσουν την προσαρμογή του παιδιού (Jiao et al., 2021).

Στην περίπτωση μιας γιαγιάς και ενός εγγονού, η επιστημονική σχέση δεν είναι ακριβώς η ίδια, αλλά η οικογενειακή αρχή παραμένει ουσιαστικά παρόμοια: η συναισθηματική κατάσταση ενός σημαντικού ενήλικα αποτελεί μέρος του συναισθηματικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί.

Το μαύρο δεν είναι ο εχθρός του πένθους

Είναι απαραίτητο, όμως, να αποφύγουμε μία αντίθετη υπερβολή.

Δεν πρέπει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το μαύρο είναι «κακό» και τα φωτεινά χρώματα «καλά». Αυτό θα ήταν μια νέα μορφή κοινωνικής πίεσης.

Για έναν άνθρωπο, το μαύρο μπορεί να είναι παρηγορητικό. Μπορεί να αποτελεί τρόπο τιμής προς τον νεκρό, προσωπικό σύμβολο μνήμης, στοιχείο ταυτότητας ή πολιτισμική παράδοση. Για κάποιον άλλον, η αλλαγή των ρούχων μπορεί να λειτουργήσει ως συμβολικό βήμα επιστροφής στη ζωή.

Η ψυχολογία δεν μπορεί να αποφασίσει ότι όλοι πρέπει να φορούν μαύρα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ούτε ότι όλοι πρέπει να τα βγάλουν μετά από έναν χρόνο.

Αυτό που έχει σημασία είναι αν η συμπεριφορά βοηθά τον άνθρωπο να προσαρμοστεί στην απώλεια ή αν τον κρατά καθηλωμένο σε μια κατάσταση που εμποδίζει σοβαρά τη λειτουργικότητά του.

Η σύγχρονη ψυχολογία αναγνωρίζει, άλλωστε, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σταδιακά προσαρμόζονται στην απώλεια, ιδιαίτερα όταν διαθέτουν κοινωνική υποστήριξη και υγιείς τρόπους καθημερινής ζωής (APA, 2020).

Παράλληλα, η σύγχρονη ταξινόμηση αναγνωρίζει και τη διαταραχή παρατεταμένου πένθους, όταν η ένταση και η διάρκεια των συμπτωμάτων συνδέονται με σημαντική δυσλειτουργία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το να φορά κάποιος μαύρα επί μακρόν αποτελεί από μόνο του διάγνωση ή ένδειξη ψυχικής διαταραχής. Η αξιολόγηση αφορά το συνολικό ψυχικό και λειτουργικό προφίλ του ανθρώπου (Prigerson et al., 2022).

Η θεωρία του «διπλού δρόμου»

Η θεωρία του διπλού μοντέλου αντιμετώπισης του πένθους των Stroebe και Schut (1999) είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για να κατανοήσουμε τα παραπάνω περιστατικά.

Σύμφωνα με το Dual Process Model, ο άνθρωπος κινείται δυναμικά ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις:

  1. προσανατολισμό στην απώλεια, όπου βιώνει πόνο, νοσταλγία, ανάμνηση και θλίψη,

  2. προσανατολισμό στην αποκατάσταση, όπου ασχολείται με τις υποχρεώσεις, τους νέους ρόλους, την καθημερινότητα και τη ζωή που συνεχίζεται.

Η υγιής προσαρμογή δεν σημαίνει ότι πρέπει να βρισκόμαστε συνεχώς στον έναν δρόμο. Χρειάζεται μια δυναμική εναλλαγή.

Η κυρία Γεωργία μπορεί τη μία ημέρα να κλάψει για τον σύζυγό της και την άλλη να φορέσει το καλοκαιρινό της φόρεμα και να παίξει με τον εγγονό της.

Δεν υπάρχει αντίφαση.

Το γέλιο δεν ακυρώνει το κλάμα.

Η χαρά δεν ακυρώνει την αγάπη.

Το χρώμα δεν ακυρώνει τη μνήμη.

Η ζωή που συνεχίζεται δεν αποτελεί προσβολή για εκείνον που έφυγε.

Αντίθετα, μπορεί να είναι η πιο ανθρώπινη μορφή συνέχειας.

Κοινωνιολογικά: το πένθος ως κοινωνικό μήνυμα

Από κοινωνιολογική άποψη, το πένθος λειτουργεί ως τελετουργικό και ως μορφή κοινωνικής επικοινωνίας.

Ο άνθρωπος που φορά μαύρα δηλώνει στην κοινότητα ότι βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη κοινωνική κατάσταση. Οι άλλοι καταλαβαίνουν ότι πρέπει να δείξουν μεγαλύτερη διακριτικότητα, να αποφύγουν ορισμένα αστεία, να προσφέρουν βοήθεια ή να επιδείξουν σεβασμό.

Έτσι, το πένθιμο ένδυμα προστατεύει σε κάποιο βαθμό και τον πενθούντα: εξηγεί χωρίς λόγια γιατί ο άνθρωπος δεν έχει διάθεση να συμμετάσχει σε γιορτές, γιατί είναι σιωπηλός ή γιατί δεν θέλει κοινωνικότητα.

Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά.

Όταν το κοινωνικό σύμβολο παρατείνεται υπερβολικά ή γίνεται απόλυτος κανόνας, μπορεί να δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο. Ο πενθών μπορεί να αισθάνεται ότι «πρέπει» να δείχνει συνεχώς λυπημένος για να αποδείξει ότι αγαπά τον νεκρό. Τότε η κοινωνική προσδοκία μπορεί να μετατραπεί σε ηθική ενοχή:

«Αν βάλω χρώμα, μήπως οι άλλοι πουν ότι ξέχασα τον άνδρα μου;»

«Αν γελάσω, μήπως θεωρηθεί ότι δεν πονώ αρκετά;»

«Αν ξαναφτιάξω τα μαλλιά μου, μήπως θεωρηθεί ότι προχώρησα πολύ γρήγορα;»

Αυτές οι σκέψεις μπορούν να γίνουν ιδιαίτερα επιβαρυντικές.

Η ιστορία του πένθιμου ενδύματος στη Δύση δείχνει ακριβώς αυτή την κοινωνική διάσταση: το ένδυμα κάποτε ρύθμιζε αυστηρά τη συμπεριφορά και την κοινωνική θέση του πενθούντος. Σήμερα οι κώδικες έχουν χαλαρώσει, αλλά το μαύρο παραμένει ένα σημαντικό οπτικό σύμβολο πένθους (Bass-Krueger, 2023· Bedikian, 2008).

Θεολογικά: το πένθος δεν είναι απελπισία

Η χριστιανική θεολογία δεν ζητά από τον άνθρωπο να μην πονά.

Ο ίδιος ο Χριστός «ἐδάκρυσεν» μπροστά στον θάνατο του Λαζάρου (Ιωάννης 11:35). Η χριστιανική πίστη, επομένως, δεν αντιμετωπίζει το δάκρυ ως έλλειψη πίστης.

Το πένθος είναι ανθρώπινο.

Η Ορθόδοξη παράδοση, όμως, προσθέτει κάτι θεμελιώδες: το πένθος δεν έχει ως τελευταίο λόγο τον θάνατο αλλά την Ανάσταση.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν θεωρεί υποχρεωτικό για τους πιστούς να φορούν μαύρα μετά τον θάνατο ενός συγγενικού προσώπου. Η χρήση του μαύρου αποτελεί πολιτισμικό και εθιμικό στοιχείο που έχει διαδοθεί σε διάφορες Ορθόδοξες κοινωνίες, όχι δογματική απαίτηση της Εκκλησίας. Μάλιστα, σε ορισμένες Ορθόδοξες παραδόσεις η λευκή λειτουργική ενδυμασία συνδέεται με την ελπίδα της Αναστάσεως (Orthodox Church in America, n.d.).

Η θεολογική αυτή διάκριση είναι πολύ σημαντική.

Δεν είναι το χρώμα που καθορίζει το βάθος της αγάπης.

Μπορεί κάποιος να φορά μαύρα και η καρδιά του να έχει γεμίσει από ελπίδα.

Μπορεί κάποιος να φορά λευκά ή πολύχρωμα ρούχα και να πονά βαθύτατα.

Το εξωτερικό ένδυμα δεν μπορεί να μετρήσει το εσωτερικό βάθος του πένθους.

Στην Ορθόδοξη θεολογία, ο θάνατος παραμένει τραγική πραγματικότητα, αλλά δεν θεωρείται η τελική νίκη. Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί την καρδιά της χριστιανικής ελπίδας και μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ο πιστός αντιμετωπίζει τον θάνατο (Orthodox Church in America, n.d.).

Γι’ αυτό και η περίφημη φράση του Αποστόλου Παύλου, «χαίρειν μετά των χαιρόντων και κλαίειν μετά των κλαιόντων» (Ρωμ. 12:15), μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την οικογένεια.

Υπάρχει χρόνος για δάκρυ.

Υπάρχει χρόνος για σιωπή.

Υπάρχει χρόνος για μνήμη.

Αλλά υπάρχει επίσης χρόνος για χαμόγελο.

Και η χριστιανική χαρά δεν είναι άρνηση της θλίψης. Είναι η ελπίδα που μπορεί να συνυπάρχει μαζί της.

Η Ορθόδοξη θεολογική παράδοση μιλά χαρακτηριστικά για ένα πένθος που δεν οδηγεί στη μόνιμη απελπισία αλλά σε μια «χαρμολύπη», δηλαδή σε μια κατάσταση όπου ο πόνος και η ελπίδα μπορούν να συνυπάρχουν.

«Για χάρη του εγγονού μου»

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο συγκινητική διάσταση της ιστορίας της κυρίας Γεωργίας.

Δεν χρειάζεται να πούμε ότι «έβγαλε τα μαύρα και ξεπέρασε τον θάνατο».

Πιο ακριβές είναι να πούμε:

Έβγαλε τα μαύρα και αποφάσισε να επιτρέψει στη ζωή να ξαναβρεί χώρο μέσα στο πένθος της.

Και ο μικρός εγγονός της μπορεί να έγινε ο αποδέκτης αυτής της αλλαγής.

Τα παιδιά δεν χρειάζονται έναν ενήλικα που δεν πονά ποτέ. Χρειάζονται έναν ενήλικα που πονά, αλλά εξακολουθεί να είναι παρών.

Χρειάζονται να μάθουν ότι μπορείς να θυμάσαι τον παππού ή τη γιαγιά, τον πατέρα ή τη μητέρα που έφυγε, και ταυτόχρονα να πηγαίνεις σχολείο, να τρως μαζί, να γελάς, να πηγαίνεις μια βόλτα, να φορέσεις ένα όμορφο φόρεμα, να φροντίσεις τον εαυτό σου και να χαρείς ένα καλοκαιρινό απόγευμα.

Αυτό δεν είναι λήθη.

Είναι ανθεκτικότητα.

Από το «πρέπει να πενθώ» στο «επιτρέπω στον εαυτό μου να ζήσει»

Ίσως τελικά αυτό είναι το σημαντικότερο μήνυμα.

Δεν υπάρχει ένα ενιαίο «σωστό» πένθος.

Υπάρχει το πένθος του κάθε ανθρώπου.

Για άλλον, το μαύρο μπορεί να είναι απαραίτητο για ένα διάστημα.

Για άλλον, η επιστροφή στα χρώματα μπορεί να γίνει γρήγορα.

Για κάποιον τρίτο, μπορεί να χρειαστούν χρόνια.

Η επιστήμη δεν μας επιτρέπει να κρίνουμε την ποιότητα του πένθους αποκλειστικά από την εξωτερική εμφάνιση. Η ψυχολογική υγεία σχετίζεται περισσότερο με τη συνολική προσαρμογή, την ικανότητα να διατηρεί κανείς σχέσεις, να φροντίζει τον εαυτό του, να αντιμετωπίζει τα συναισθήματά του και σταδιακά να συμμετέχει ξανά στη ζωή.

Και κοινωνικά, ίσως χρειάζεται να μάθουμε να μην κρίνουμε ούτε εκείνον που φορά μαύρα ούτε εκείνον που τα βγάζει.

Να μην πούμε στη χήρα:

«Πρέπει ακόμη να φοράς μαύρα.»

Αλλά ούτε:

«Έχει περάσει ένας χρόνος, τώρα πρέπει να χαμογελάς.»

Ας της πούμε:

«Πένθησε όπως μπορείς. Εμείς είμαστε εδώ. Και όταν θελήσεις να ξαναβάλεις χρώμα στη ζωή σου, θα χαρούμε μαζί σου.»

Επίλογος: Το χρώμα της ζωής δεν είναι προδοσία της μνήμης

Η ιστορία της κυρίας Άννας, η ερώτηση του ιερέα στη γυναίκα που είχε χάσει τον σύζυγό της και η εικόνα της κυρίας Γεωργίας Δημητρακοπούλου στη Βαλύρα, με τα αγαπημένα της καλοκαιρινά φορέματα για χάρη του μικρού εγγονού της, φωτίζουν από διαφορετικές πλευρές το ίδιο ανθρώπινο ζήτημα.

Το πένθος είναι προσωπικό, αλλά εκφράζεται μέσα σε σχέσεις.

Ο τρόπος που πενθούμε επηρεάζει τους άλλους. Το πρόσωπό μας επηρεάζει το παιδί μας. Η σιωπή μας επηρεάζει τον σύντροφό μας. Η απομόνωσή μας επηρεάζει τους φίλους μας. Η επιστροφή μας στη ζωή μπορεί, αντίστοιχα, να δώσει ελπίδα στους ανθρώπους που μας αγαπούν.

Το μαύρο μπορεί να είναι σεβασμός.

Το μαύρο μπορεί να είναι μνήμη.

Το μαύρο μπορεί να είναι παρηγοριά.

Αλλά το μαύρο δεν πρέπει να γίνει φυλακή.

Η αγάπη για τον νεκρό δεν μετριέται σε μήνες μαύρων ρούχων. Δεν μετριέται στο πόσο συχνά κλαίμε. Δεν μετριέται στο αν βάφουμε ή δεν βάφουμε τα μαλλιά μας.

Η αγάπη μετριέται στο αποτύπωμα που άφησε ο άνθρωπος μέσα μας και στον τρόπο με τον οποίο συνεχίζουμε να μεταφέρουμε αυτό το αποτύπωμα στη ζωή μας.

Και ίσως ο καλύτερος τρόπος να τιμήσουμε εκείνους που έφυγαν είναι κάποτε να μπορούμε να πούμε:

«Σε θυμάμαι, μου λείπεις, σε αγαπώ ακόμη — αλλά επιτρέπω στη ζωή να συνεχιστεί.»

Γιατί η ζωή που συνεχίζεται δεν είναι προδοσία του νεκρού.

Είναι, πολλές φορές, η βαθύτερη μαρτυρία ότι η αγάπη που μας άφησε δεν πέθανε μαζί του.

Βιβλιογραφία  

American Psychological Association. (2020, January 1). Grief: Coping with the loss of your loved one. https://www.apa.org/topics/death

American Psychological Association. (2022). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR). American Psychiatric Association Publishing.

Bass-Krueger, M. (2023). Mourning dress in the West, 1800 until today: Codification, gender, and global perspectives. In V. Pouillard & V. Dubé-Senécal (Eds.), The Routledge history of fashion and dress, 1800 to the present (pp. 391–410). Routledge. https://doi.org/10.4324/9780429295607-26

Bedikian, S. A. (2008). The death of mourning: From Victorian crepe to the little black dress. Omega, 57(1), 35–46. https://doi.org/10.2190/OM.57.1.c

Bergman, A.-S., Axberg, U., & Hanson, E. (2017). When a parent dies – A systematic review of the effects of support programs for parentally bereaved children and their caregivers. BMC Palliative Care, 16, Article 39. https://doi.org/10.1186/s12904-017-0223-y

Jiao, K., Wang, F., & White, M. (2021). Dyadic relationships between a surviving parent and children in widowed families: A systematic scoping review. Family Process, 60(4), 1370–1388. https://doi.org/10.1111/famp.12610

Klass, D., Silverman, P. R., & Nickman, S. L. (Eds.). (1996). Continuing bonds: New understandings of grief. Taylor & Francis.

Mano, M. J., Neves, A. A. P., & de Oliveira, R. A. (2015). Family dynamics during the grieving process: A systematic literature review. Ciência & Saúde Coletiva, 20(4), 1119–1128. https://doi.org/10.1590/1413-81232015204.09562014

Orthodox Church in America. (n.d.). What to wear when mourning. https://www.oca.org/questions/deathfunerals/what-to-wear-when-mourning

Orthodox Church in America. (n.d.). Death. In The Orthodox faith: Volume IV—Spirituality. https://www.oca.org/orthodoxy/the-orthodox-faith/spirituality/sickness-suffering-and-death/death

Orthodox Church in America. (n.d.). Resurrection. In The Orthodox faith: Volume I—Doctrine and Scripture. https://www.oca.org/orthodoxy/the-orthodox-faith/doctrine-scripture/the-symbol-of-faith/resurrection

Prigerson, H. G., Shear, M. K., & Reynolds, C. F., III. (2022). Prolonged grief disorder diagnostic criteria—Helping those with maladaptive grief responses. JAMA Psychiatry, 79(4), 277–278. https://doi.org/10.1001/jamapsychiatry.2021.4201

Stroebe, M., & Schut, H. (1999). The dual process model of coping with bereavement: Rationale and description. Death Studies, 23(3), 197–224. https://doi.org/10.1080/074811899201046

World Health Organization. (2022). ICD-11: International classification of diseases (11th revision). World Health Organization. https://www.who.int/news/item/11-02-2022-icd-11-2022-release

Δεν υπάρχουν σχόλια: