Η πρώτη βροχή τον Σεπτέμβρη του 1967 δεν ήρθε με βροντές και αστραπές. Έφθασε σιγά, σχεδόν ντροπαλά, σαν να ζητούσε την άδεια να μπει στα αγροτόσπιτα. Ψιχάλες λεπτές κρέμονταν από τις ελιές, δρόσιζαν τα κεραμίδια και άφηναν μικρές γυαλιστερές γραμμές πάνω στα λιθάρια. Ο αέρας μύριζε βρεγμένο χώμα, σταφύλια και Φθινόπωρο.
Σε λίγες ημέρες άρχιζε το σχολείο.
Παιδούλα μετρούσα τις ημέρες και μαζί με αυτές μετρούσα και τις σχολικές ελλείψεις μου. Δεν είχα καινούρια σάκα, ούτε κασετίνα με μολύβια και ξυλομπογιές. Χρειαζόμουν τετράδια μπλε, ένα καλό στυλό για να γράψω τις ετικέτες και, αν γινόταν, ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια.
Πήγα στη γιαγιά.
Την είδα καθισμένη κοντά στο παράθυρο της κουζίνας. Έξω ψιχάλιζε και οι σταγόνες κυλούσαν στα τζάμια. Εκείνη φορούσε τη σταυρωτή, κροσσωτή εσάρπα της μητέρας της, που είχε πάνω της εκείνη την αξέχαστη μυρωδιά από σπιτικό σαπούνι και λεβάντα.
—Γιαγιά, ψιχαλίζει! είπα. Σε λίγες ημέρες αρχίζει το σχολείο κι ακόμη δεν έχω καινούρια σάκα ούτε κασετίνα με μολύβια και ξυλομπογιές. Χρειάζομαι τετράδια μπλε και καλό στυλό να γράψω τις ετικέτες.
Δεν πρόλαβα να τελειώσω.
Η γιαγιά γελαστή κατέβασε απαλά την εσάρπα από τους ώμους της και την έριξε πάνω στην πλάτη μου. Ύστερα άρχισε να κουνά χαρούμενα τα κρόσσια στα δύο άκρα.
—Κοίτα ! είπε με φωνή παιδούλας. Έχεις μυαλό και αετού φτερά!
—Και τι να τα κάνω τα φτερά, γιαγιά;
—Να πετάξεις! Αλλά πρώτα να φας μια μελωμένη λαλαγγίδα .
Πήρε μία από το πιάτο, τη δίπλωσε στα δυο και μου την έβαλε στο στόμα.
Η λιχουδιά ήταν ζεστή, διπλωμένη στο μέλι , στην κανέλλα και μοσχοβολούσε. Έτσι γλύκαινε τον λόγο μου η γιαγιά και ευλογούσε την υπομονή μου, με τη μεγάλη της ψυχής της καρτερία.
Καθίσαμε στο τραπέζι.
Μου έφερε γλυκό σταφύλι, εκείνο το σπιτικό, το βαθύ και μελένιο, και άσπρα αμυγδαλάκια από τη δική της σοδειά. Έξω η βροχή δυνάμωνε λίγο και τα φύλλα της κληματαριάς έτρεμαν κάτω από τις κρύες σταγόνες.
Ύστερα μου έδειξε μια μεγάλη κολοκύθα, στρογγυλή και πορτοκαλόχρυση, που ήταν ακουμπισμένη στον πάγκο της κουζίνας.
—Την πρώτη ημέρα στο σχολείο, είπε, θα σου φτιάξω πίτες να κεράσεις τη δασκάλα και τα άλλα παιδιά.
—Και πώς θα τα κουβαλήσω; διαμαρτυρήθηκα.
—Θα σου τα φέρω εγώ στο σχολείο στο μεσημεριανό διάλειμμα.
Παιδί ήμουν και σκεφτόμουν τη σάκα, την κασετίνα, τα τετράδια και τα παπούτσια.
—Ευχαριστώ, γιαγιά, είπα αφηρημένα.
Η γιαγιά με κοίταξε και κατάλαβε.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη της και έβγαλε το προπολεμικό μαύρο πορτοφολάκι της. Το άνοιξε και από μέσα φάνηκε ένα μασούρι με εκατοστάρικα.
Τα μάτια μου έλαμψαν.
—Και σάκα και σχολικά είδη και αθλητικά παπούτσια! είπε γελώντας. Αύριο θα πάμε να ψωνίσουμε στην πλατεία. Κι ό,τι δεν βρούμε, θα πάρουμε το τρένο για την Καλαμάτα.
Εκείνο το βράδυ γύρισα σπίτι με την καρδιά μου γεμάτη όνειρα.
Η μητέρα μου, όμως, με προσγείωσε.
—Η σάκα σου καλή είναι. Κρατά και φέτος, είπε. Η αδελφή σου χρειάζεται σάκα, που θα πάει για πρώτη χρονιά στο σχολείο.
Συνοφρυώθηκα.
Έσκυψα το κεφάλι και δεν μίλησα.
Άρπαξα από το τραπέζι μια λαλαγγίδα και την έφερα στο στόμα μου. Τη μασούλησα αργά και το καλοσκέφτηκα.
Η μητέρα είχε δίκιο.
Δεν μπορούσα να ζητώ πολλά.
Τα εκατοστάρικα της γιαγιάς δεν ήταν μόνο για μένα. Ήταν για όλους μας.
Κοίταξα την αδελφή μου. Ήταν μικρή ακόμη, με μάτια γεμάτα προσμονή. Ίσως να ονειρευόταν κι εκείνη την πρώτη της σάκα, το πρώτο της τετράδιο, την πρώτη της ημέρα στο σχολείο.
Και τότε κατάλαβα πως η χαρά δεν μικραίνει όταν μοιράζεται. Μεγαλώνει ως του κόσμου τα πέρατα.
Δεν πήρα τη σάκα που ονειρευόμουν.
Πήρα όμως κάτι άλλο.
Ένα μάθημα που δεν το έγραψε κανένα τετράδιο.
Κάποτε θα έχω πολλά, σκέφτηκα. Θα γίνω επιστήμονας. Θα δουλέψω σκληρά και θα τα καταφέρω.
Και πράγματι, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Τα χρόνια πέρασαν, οι σπουδές ήρθαν, η δουλειά, η επιτυχία. Έφθασαν και τα πολλά.
Μα τα πολλά δεν είχαν εκείνη τη γλύκα.
Γιατί έλειπε η παλιά ζεστασιά, που άφησε ανεξίτηλο άρωμα στου ανθρώπου την καρδιά.
Έλειπαν εκείνα τα χέρια που μοίραζαν το λίγο και το έκαναν αρκετό. Έλειπε η φωνή της γιαγιάς. Έλειπε το παλιό τραπέζι με τις λαλαγγίδες, το γλυκό σταφύλι και τα άσπρα αμυγδαλάκια. Έλειπε η χαρά της δίκαιης μοιρασιάς σε μια εποχή που τα παιδιά τα έχουν όλα και είναι απαιτητικά και αδιάφορα.
Πέρασαν τα χρόνια.
Κι όμως, κάθε Σεπτέμβρη, όταν οι πρώτες ψιχάλες χτυπούν τα τζάμια, η γιαγιά επιστρέφει.
Τη βλέπω πάλι μπροστά μου.
Φορά την κροσσωτή εσάρπα της και την κατεβάζει από τους ώμους της. Την απλώνει πάνω μου και τα κρόσσια της χορεύουν στον αέρα.
«Έχεις μυαλό και αετού φτερά», μου λέει.
Σήμερα , 4 Σεπτέμβρη 2026, την κρατώ στα χέρια μου.
Την κρατώ προσεκτικά, σαν να κρατώ μέσα της μια ολόκληρη εποχή. Την ανεμίζω στον αέρα, μα τα φτερά μου δεν ανοίγουν πια . Είναι διπλωμένα στο στήθος σφιχτά.
Ίσως γιατί η αληθινή ευτυχία δεν βρίσκεται σε όσα αποκτήσαμε.
Βρίσκεται σε όσα μοιραστήκαμε.
Έξω αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες στάλες της βροχής.
Και μαζί τους έρχεται ένα παλιό ερώτημα:
Ποιο παιδί χρειάζεται σχολική τσάντα;
Κοιτάζω γύρω μου.
Κάπου, σε μια γειτονιά, σε ένα χωριό, σε μια πόλη, κάποιο παιδί ετοιμάζεται για το σχολείο και του λείπουν βασικά εφόδια.
Μια σάκα.
Ένα τετράδιο.
Ένα ζευγάρι παπούτσια.
Ή, ίσως, απλώς κάποιος να του πει πως έχει μυαλό και αετού φτερά.
Χαμογελώ και ευγνωμονώ τη γιαγιά.
Με έμαθε πως η αγάπη, όταν είναι αληθινή, δεν τελειώνει στον αιώνα.
Περνά από χέρι σε χέρι.
Από γενιά σε γενιά.
Σαν μια παλιά κροσσωτή εσάρπα που συνεχίζει να ζεσταίνει τους ώμους εκείνων που τη ζήτησαν με πόνου δάκρυα.
Οι στάλες της βροχής πυκνώνουν.
Ο Σεπτέμβρης μυρίζει σχολείο, βρεγμένο χώμα και καινούρια τετράδια.
Κάπου, κάτω από τη βροχή, κάποιος είναι έτοιμος με τόλμη να ανοίξει ξανά της αγάπης τα φτερά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου