Φωτό: Ε.Η.Κ.
Στο Μπιζάνι ο χειμώνας δεν έρχεται ποτέ βιαστικός. Απλώνεται σιγά-σιγά πάνω από τα χαμηλά σπίτια, γλιστράει στις κεραμοσκεπές, κάθεται πάνω στα γυμνά κλαδιά των δέντρων και φωλιάζει στις αυλές σαν ήσυχος επισκέπτης. Το φως είναι χλωμό, σχεδόν ασημένιο, κι ο ήλιος μοιάζει να ξεχνά συχνά να ζεστάνει τις πέτρες. Εκεί, σε μια πέτρινη γωνιά και κάτω από μία καρποφόρα πορτοκαλιά εμφανίστηκε για πρώτη φορά η Σπανιόλα με το εντυπωσιακό της τρίχωμα και το σοφό βλέμμα.
Κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε. Δεν την είχε ξαναδεί κανείς στα σοκάκια, ούτε στις αυλές με τις λεμονιές, ούτε στα μπαλκόνια με τις απλωμένες μπουγάδες. Ήρθε ένα πρωί σαν να είχε βγει από σελίδα βιβλίου. Ασπρόμαυρη, με μακρύ τρίχωμα που ανέμιζε ελαφρά στον παγωμένο αέρα και φουντωτή ουρά που την κρατούσε με τέτοια χάρη, σαν βεντάλια παλιάς αριστοκράτισσας. Τα πράσινα ματάκια της είχαν εκείνη τη σπάνια απόχρωση του υγρού γρασιδιού μετά τη βροχή. Κι όμως, δεν ήταν το χρώμα τους που σε καθήλωνε· ήταν το βλέμμα. Σοβαρό, μα ταυτόχρονα χαμογελαστό. Ένα βλέμμα που σε σάστιζε, γιατί ένιωθες πως σε διάβαζε πριν ακόμη της απευθύνεις τον λόγο.
Καθόταν λίγο πιο πέρα από την αυλόπορτα και παρατηρούσε. Δεν νιαούριζε επίμονα, δεν τριβόταν στα πόδια μας όπως οι άλλες γάτες της γειτονιάς. Έστεκε σε απόσταση, με εκείνη τη σιωπηλή ευγένεια που μεταφέρει μήνυμα χωρίς λέξεις: «Αν σας ενοχλώ, να φύγω αμέσως».
— Δεν μας ενοχλείς, της απάντησα εκείνο το πρώτο μεσημέρι που τόλμησα να της μιλήσω. Απλώς αναρωτιέμαι αν σου αρέσουν τα φαγητά μας.
Εκείνη ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι, σαν να περίμενε να ακούσει το μενού.
— Σήμερα έχουμε σπαγγέτι ολικής με κόκκινη σάλτσα και τριμμένη μυζήθρα. Επίσης κολοκυθοκεφτέδες.
Αν οι γάτες μπορούσαν να χαμογελούν πιο φανερά, θα έλεγα πως το έκανε. Πλησίασε λίγα βήματα, όχι πολλά. Μετρημένα. Σαν να μη θέλει να παραβιάσει κανένα άγραφο όριο.
Της σέρβιρα γενναιόδωρα σε ένα λευκό πιάτο. Έσκυψε να μυρίσει. Κι εκεί που ετοιμαζόταν να απολαύσει το γέυμα της, φάνηκε πως κάτι διέκρινε στο βάθος του κήπου. Ένα σιγανό «μου» ξέφυγε από τα χείλη της — τόσο χαμηλό που περισσότερο το ένιωθες παρά το άκουγες. Και μέσα σε λιγότερο από μισό λεπτό, κατέφθασε η πεινασμένη παρέα της.
Δύο κάτασπροι γάτοι, σχεδόν πανομοιότυποι, με μάτια κεχριμπαρένια και κορμιά γεροδεμένα. Μια τιγρέ μαμά, γεματούλα και αξιοπρεπής, με βλέμμα κουρασμένο και σοφό. Κι από πίσω της, ένα μικρό γατάκι που έμοιαζε να χοροπηδά περισσότερο παρά να περπατά, και λίγο πιο πίσω ένα μεγαλύτερο, ίσως ανιψιός της, που κρατούσε αποστάσεις αλλά δεν έχανε μπουκιά από όσα συνέβαιναν.
Η Σπανιόλα έκανε στην άκρη.
Ούτε που άγγιξε το φαγητό της.
Παρακολουθούσε. Με βλέμμα ήρεμο, σχεδόν επιβλέπον. Οι δύο λευκοί όρμησαν πρώτοι, μα χωρίς αγριότητα. Η τιγρέ πλησίασε με δισταγμό, μα η Σπανιόλα έστρεψε προς το μέρος της ένα βλέμμα καθησυχαστικό. Το γατάκι χώθηκε ανάμεσα στα πόδια τους, κι εκείνη έσκυψε και του έδωσε ένα απαλό σκούντημα με τη μουσούδα της, σαν να του έλεγε «φάε εσύ πρώτα».
Έμεινα να κοιτάζω αυτή τη σιωπηλή τελετουργία. Καμία γκρίνια, κανένα σπρώξιμο. Μια τάξη άγραφη, μα απόλυτη.
Όταν πια το πιάτο άδειασε και οι επισκέπτες άρχισαν να απομακρύνονται, η Σπανιόλα περίμενε μέχρι να χαθούν πίσω από την πέτρινη μάντρα. Μόνο τότε γύρισε και με κοίταξε.
Το βλέμμα της είχε κάτι το ικετευτικό, μα όχι απαιτητικό. Σαν να έλεγε: «Αν σας έμεινε κάτι… και δεν πειράζει…».
Γέλασα.
— Έλα, κυρία μου, έχουμε κι άλλα.
Της έφερα όχι μόνο λίγη ακόμη μακαρονάδα και κολοκυθοκεφτέδες, αλλά και λαχταριστές τηγανισμένες πιτούλες που μόλις είχα βγάλει από το τηγάνι. Το άρωμά τους γέμισε την αυλή.
Έφαγε με μικρές, προσεκτικές μπουκιές. Δεν βιαζόταν. Συχνά σήκωνε το βλέμμα της και κοίταζε γύρω, σαν να επιβεβαίωνε πως κανείς δεν είχε μείνει πίσω πεινασμένος. Κι όταν πια είχε φάει λιγότερο από το μισό, σταμάτησε. Έγλειψε διακριτικά τα μουστάκια της και κάθισε.
Λίγο αργότερα, ένας από τους λευκούς γάτους — ο πιο μεγαλόσωμος — πλησίασε διστακτικά. Στάθηκε απέναντί της με ύφος που προσπαθούσε να είναι αδιάφορο, μα η ουρά του τον πρόδιδε. Εκείνη τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο κατανόηση. Σηκώθηκε, πλησίασε, και με μια κίνηση τρυφερή τον χάιδεψε απαλά στο κεφάλι.
Δεν ήταν χάδι ερωτικό. Ήταν χάδι αναγνώρισης.
Ύστερα απομακρύνθηκε και πήγε να καθίσει σε μια λουρίδα χειμωνιάτικου ήλιου που είχε τρυπώσει ανάμεσα στα σύννεφα. Δίπλωσε τα ποδαράκια της κάτω από το σώμα της, τύλιξε τη φουντωτή ουρά γύρω τους και έκλεισε για λίγο τα μάτια.
— Εσύ δεν είσαι απλά μια γάτα, Σπανιόλα μου, της είπα σιγανά. Είσαι κυρία με καπέλο.
Και πράγματι, έτσι έμοιαζε. Σαν να φορούσε ένα αόρατο καπέλο εποχής, με φτερό λευκό και μαύρη κορδέλα. Μια αριστοκράτισσα που για κάποιο λόγο είχε επιλέξει να ζει στα σοκάκια του Μπιζανίου.
Τις επόμενες μέρες την περίμενα. Κι εκείνη ερχόταν, όχι πάντα την ίδια ώρα, μα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Πρώτα εμφανιζόταν η σκιά της στον τοίχο, έπειτα το λευκό της στήθος, κι ύστερα ολόκληρη. Ποτέ δεν μπήκε στο σπίτι χωρίς άδεια. Ποτέ δεν απαίτησε. Αν η πόρτα ήταν κλειστή, καθόταν στο κατώφλι και περίμενε.
Μια μέρα έβρεχε. Η αυλή είχε γεμίσει μικρές λιμνούλες, κι ο αέρας μύριζε υγρασία. Την είδα να πλησιάζει πιο αργά από συνήθως. Το τρίχωμά της ήταν ελαφρώς βρεγμένο, μα δεν είχε χάσει τίποτα από την αξιοπρέπειά της. Της άνοιξα την πόρτα.
— Έλα μέσα.
Στάθηκε στο κατώφλι. Κοίταξε το εσωτερικό. Κοίταξε εμένα. Κι έπειτα, με ένα μικρό, σχεδόν αδιόρατο νεύμα του κεφαλιού, μπήκε.
Περπάτησε πάνω στα πλακάκια σαν να δοκίμαζε κάθε βήμα. Μύρισε τον αέρα, τις καρέκλες, το τραπέζι. Δεν ανέβηκε πουθενά. Διάλεξε μια γωνιά κοντά στο καλοριφέρ και κάθισε.
Εκείνο το απόγευμα δεν έφαγε πολύ. Περισσότερο ήθελε να μείνει. Να ακούσει τους ήχους του σπιτιού. Το νερό που έβραζε στην κατσαρόλα, το ρολόι της εκκλησίας που χτυπούσε κάθε μισή ώρα, τον αέρα που σφύριζε έξω.
Κάποια στιγμή σηκώθηκε και ήρθε κοντά μου. Δεν τρίφτηκε πάνω μου όπως οι άλλες γάτες. Απλώς ακούμπησε για ένα δευτερόλεπτο το κεφάλι της στο γόνατό μου. Μια κίνηση σύντομη, αλλά γεμάτη νόημα.
Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πως η Σπανιόλα δεν ήταν απλώς μια ευγενική γάτα. Ήταν φύλακας. Όχι του σπιτιού, αλλά της ισορροπίας. Φρόντιζε τους άλλους πριν από τον εαυτό της. Κρατούσε αποστάσεις για να μην επιβαρύνει. Ζητούσε μόνο όταν ήξερε πως δεν στερεί από κανέναν.
Η Σπανιόλα του Μπιζανίου είναι μεγάλο μάθημα. Μια σιωπηλή υπενθύμιση πως η ευγένεια δεν είναι αδυναμία, πως η φροντίδα δεν χρειάζεται θόρυβο, πως η αξιοπρέπεια μπορεί να κατοικεί ακόμη και στο πιο ταπεινό πλάσμα.
Κάποιες φορές, αργά το απόγευμα, τη βλέπω να κάθεται στον χαμηλό τοίχο και να κοιτά προς τον δρόμο που οδηγεί έξω από το χωριό. Σαν να θυμάται από πού ήρθε. Σαν να ξέρει πως ίσως κάποτε θα φύγει.
Αν φύγει, το Μπιζάνι θα είναι φτωχότερο.
Μα εγώ θα ξέρω πως για έναν χειμώνα και μια άνοιξη, είχα την τιμή να φιλοξενήσω μια κυρία με καπέλο. Και κάθε φορά που θα σερβίρω σπαγγέτι με κόκκινη σάλτσα και μυζήθρα, θα αφήνω λίγο στην άκρη.
Για εκείνη.
Για τη Σπανιόλα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου