Το πέτρινο αρχοντικό στη Λέσβο στεκόταν αγέρωχο πάνω από τη θάλασσα, σαν να είχε γεννηθεί μαζί με το νησί και να είχε πάρει από το χώμα τη δύναμή του και από το Αιγαίο την αιώνια του ανάσα. Οι τοίχοι του, χτισμένοι με πέτρα και ασβέστη, είχαν ποτίσει από τις φωνές, τα γέλια, τις προσευχές και τις σιωπές αμέτρητων χρόνων. Τα παράθυρά του κοιτούσαν τη θάλασσα και, όταν φυσούσε βοριάς, έμοιαζε ολόκληρο το σπίτι να ανασαίνει μαζί με τα κύματα.
Εκεί είχε μεγαλώσει η Μαγδαληνή, μοναχοκόρη του Κυριάκου και της Αγλαΐας.
Τα παιδικά της χρόνια ήταν απλά, μα γεμάτα πλούτο. Είχαν το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού, το άγγιγμα της μάνας στα μαλλιά, τη βαριά φωνή του πατέρα τα βράδια και τον ατέλειωτο ήχο της θάλασσας που έσκαγε λίγα μέτρα πιο πέρα. Για τη Μαγδαληνή, ο κόσμος ολόκληρος χωρούσε μέσα σ’ εκείνο το σπίτι.
Και, όπως συμβαίνει στα παιδιά, πίστευε πως ό,τι αγαπάμε πολύ δεν μπορεί ποτέ να χαθεί.
Ήταν ένας μυστικός νόμος που είχε γράψει μόνη της μέσα στην καρδιά της: οι γονείς δεν πεθαίνουν, όταν τους αγαπάς αρκετά. Η αγάπη, πίστευε, ήταν δυνατότερη από τον χρόνο.
Ένα απόγευμα, όταν ήταν δέκα χρονών,

